Χειμώνας του 2011.

1.

Κάθε άνθρωπος έχει μία ιστορία και η ιστορία αυτή είναι για όλους η ίδια.

2.
Ο συγγραφέας κάθε βιβλίου είναι στην πραγματικότητα ανύπαρκτος.

3.

Ακριβώς (ήταν, είδε) η στιγμή που, έτοιμος να τον κόψει κομματάκια, να πριονίσει το λαιμό με ένα ηλεκτρικό μαχαίρι κουζίνας. Δεν μπορούσε να διακρίνει τη μορφή γιατί, εν αρχή, υπήρχε σκοτάδι. Οι σκιές, μακριές, λεπτές, έτρεμαν και λύγιζαν στις επιφάνειες σαν σπασμένα χέρια. Έπειτα, κόκκινα τις πρώτες στιγμές χρώματα μπήκαν σαν δάκτυλα μέσα στο μαύρο. Το φεγγαρόφωτο είχε γίνει λοξό και μεταλλικό. Κοίταξε ψηλά κι όλα τα αστέρια κρέμονταν κι από μια κλωστή. Ο ουρανός άνοιξε κι άρχισαν να βγαίνουν κι άλλα χρώματα. Πορτοκαλίτα πρώτα δευτερόλεπτα, έπειτα ένα κίτρινο παράξενο,άρρωστο, ξεφτισμένο. Ο Βασίλης έτρεχε με σβέρκο ίσιο. Δεν έστρεφε το κεφάλι. Ηανάσα του λίγη και γρήγορη. Τα χρώματα έμπαιναν το ένα μετά το άλλο και σχημάτιζαν εικόνα ωσάν να τη σχεδίαζε μουγγό χέρι. Ο δρόμος στην άκρη του χωριού, δίπλα από άσπρους τοίχους και θάλασσα. Τα δένδρα κυλούσαν ανάποδα,γίνονταν διπλά από τις σκιές τους. Ακουγόταν ο αέρας με αόρατο οξύ σφύριγμα σαν φάντασμα ξερό με πνεύμονες ηλικιωμένους. Η πραγματικότητα πλησίαζε, το φως ξημέρωνε, δημιουργούσε την πραγματικότητα, όμως τα φαντάσματα έτριζαν σαν ξερός ηλικιωμένος αέρας. Το οξυγόνο λίγο, ούτε καν δικό του. Η αλήθεια δεν ήταν όπως στις ταινίες. Δεν ήταν ήρωας ταινίας, δεν ήταν καν ήρωας. Οι πνεύμονες στέρεψαν. Γονάτισε. Σκυφτός δίπλα στη θάλασσα, ενώ το χωριό είχε μείνει άψυχο, οι άνθρωποι, τα αδέσποτα σκυλιά κι οι γάτες είχαν χαθεί. Περίμενε, απλά. Εκείνον που τα βήματά του μέσα στ’ αυτιά. Εκείνον που θα έφερνε στο τέλος μια ζωή σύντομη, αλλά δεν ήθελε, δεν έπρεπε ακόμα να τελειώσει, ακόμα, δεν είχε προετοιμαστεί. Ποτέ δεν θα ήταν έτοιμος. Ποτέ κανείς δεν είναι έτοιμος. Έτσι, σκυμμένος, άκουγε τα ξένα μάτια στα σωθικά του, το τρίξιμο από τα παπούτσια. Θα ήθελε να δει το πρόσωπο. Έστω μια στιγμή, τελευταία. Επιθυμούσε το πρόσωπο. Τον χτύπησε ένα δάκτυλο. Όλα έγιναν ξανά σκοτάδι. Το έσχιζε μόνο μια φωτεινή γραμμή κάτω από το παράθυρο. Μια κουρτίνα πετούσε κι έπεφτε μαλακά σαν μέδουσα. Έβγαλε μια φωνή και, έτσι όπως σπασμωδικά τα χέρια, η παλάμη του βρήκε το άλλο χέρι που από πριν υπήρχε, αλλά εκείνος, μέσα στην άλλη του πραγματικότητα, το είχε ξεχάσει. Οι δύο βέρες συγκρούστηκαν. Ο ήχος τους λεπτός και μεταλλικός. Η φωνή του είχε ίσως διάρκεια, εκείνος όμως δεν την άκουσε παρά μισή στιγμή πριν το τέλος της.
«Σσσσ», είπε η Έρση. «Πέρασε. Πάει».
Το πορτατίφ άναψε. Τότε μόνο το ουρλιαχτό ανακλάστηκε τελευταία φορά στους τοίχους κι έπεσε βαρύ σαν κουράδα. Η Έρση, γυμνή κάτω από τη διάφανη νυχτικιά της. Ζέστη περνούσε από το σώμα της προς το δικό του.
«Πάλι το ίδιο όνειρο»;
Το μαξιλάρι του είχε γεμίσει σάλια. Σηκώθηκε, για να πει νερό, αλλά στην πραγματικότητα για να πειστεί ότι η αλήθεια μέσα στην οποία είχε ξυπνήσει ήταν πιο αληθινή. Ύστερα έπεσε πάλι στο κρεβάτι. Κανένα όνειρο δεν ήλθε.

Ο Γιάννης Παπαγιάννης, συγγραφέας του βιβλίου αυτού, ξυπνάει πολύ άσχημα ένα μεσημέρι του Ιουλίου του 2009 και, στην αρχή, δεν θυμάται το προηγούμενο βράδυ.

Ξύπνησα από έναν ήλιο με πυκνά κρόσσια που έπεφτε παντού. Ακόμα και στα μάτια.
Τις πρώτες στιγμές, το κεφάλι μου ήταν άδειο. Είχα δει άσχημα όνειρα το προηγούμενο βράδυ, αλλά δεν τα θυμόμουν γιατί τα όνειρα είναι μαλακισμένα και μόλις τα δω το βάζουν στα πόδια. Το κρανίο μου είχε δύο πόνους. Έναν μπροστά, στο κούτελο κι έναν μικρό, σημείο, πίσω από τον αυχένα. Ίσως το αλκοόλ της προηγούμενης νύχτας χτυπούσε για να φύγει. Θυμήθηκα, (δεν ομολόγησα,φυσικά, αργότερα στην αστυνομία),ότι την προηγούμενη νύχτα, είχα, για πρώτη φορά, καπνίσει. Παραισθησιογόνο καπνό, χόρτο. Απλώς είδα πιο καθαρά τα άστρα και τα σύννεφα που κοκκίνιζαν καθώς κρυβόταν το φεγγάρι κι άκουγα πιο ζωηρά τη μουσική, όχι όπως μέσα από ηχεία όπου οι νότες μοιάζουν με κονσερβοκούτια. Θυμήθηκα τις τρεις κοπέλες, τον Βασίλη, τις πιτσιρίκες και, επειδή κάθε θύμηση έφερνε άλλες, τα θυμήθηκα όλα. Θα ήταν καλύτερα να μη θυμόμουν τίποτα.
Ο Γιάννης Παπαγιάννης, συγγραφέας του βιβλίου αυτού, στην αστυνομία.

Δεν μου επέτρεψαν να επιστρέψω στο δωμάτιο. Με κλείδωσαν στο κρατητήριο, κοινός κρατούμενος, αυτό ήμουν. Ευτυχώς, τουλάχιστον, δεν μου πέρασαν χειροπέδες. Δεν έγινα ρεζίλι των σκυλιών σε ένα τουριστικό θέρετρο γεμάτο σκυλιά.
Το κρατητήριο δεν ήταν καθαρό. Ήταν όμως ήσυχο. Αλλά δεν μπόρεσα να κοιμηθώ γιατί η φασαρία υπήρχε μέσα μου. Το πρωί σηκώθηκα εξαντλημένος γιατί ο εφιάλτης υπήρχε στο ξύπνιο μου, δεν μπορούσα να ξεφύγω.
Με οδήγησαν σε ένα σκοτεινό γραφείο. Από το παράθυρο έβλεπα την άκρη της θάλασσας. Είχε σηκωθεί αέρας, γιατί ο αέρας τα καλοκαίρια σηκώνεται σχεδόν κάθε πρωί. Αξιωματικοί της αστυνομίας, με γαλόνια, με καθαρές, σιδερωμένες στολές, με ανέκριναν. Είχαν έρθει μέσα στη νύχτα, ίσως μ’ ελικόπτερο ή σκάφος του λιμενικού. Είχαν ίσως βλασφημήσει, ίσως ξεράσει, είχαν φάτσες κακοφορμισμένες κι εκνευρισμένες, μάλλον δεν είχαν έλθει με ελικόπτερο.
Η ανάκριση οδηγήθηκε σε αδιέξοδο, σε επανάληψη, σε φάρσα. Δεν γνώριζα τίποτε περισσότερο από εκείνα που είχαν ήδη καταγράψει οι (πιο) χαμηλόβαθμοι. Καθένας δεν μπορεί να πει παρά το πολύ αυτό που ξέρει, αν και συνήθως δεν λέμε όλη την αλήθεια, γιατί, αν δεν μείνει ένα κομμάτι για τον εαυτό μας, δεν έχουμε εαυτό κι επίσης επειδή ποτέ δεν γνωρίζουμε ποια είναι η αλήθεια.
Πίστευα ότι ήξερα, όμως δεν ήξερα αν ήξερα. Οι αξιωματικοί ήξεραν εκείνα που ήξερα και λιγότερα ακόμα. Έμοιαζαν περισσότερο κι από εμένα μπερδεμένοι. Ήμουν αθώος, ισχυρίστηκα, άνθρωποςτου πνεύματος, συγγραφέας, διανοούμενος, επιστήμονας.Έξυσαν το πηγούνι. Προ ετών, υπενθύμισαν, ένας άλλος,γέρων συγγραφέας, είχε σπάσει με σφυρί το κεφάλι άλλου συγγραφέα, επομένως, όπως καταλαβαίνετε, παρ’ ότι αμφισβητήθηκε, σκέφτηκα, η δικαστική απόφαση, δεν το είπα. Τηλεφώνησα στην Άννα, τη δικηγόρο μου. Ευτυχώς, ακόμη δεν είχε φύγει διακοπές. Συνομίλησε με τους αξιωματούχους. Όπως με πληροφόρησαν, όταν έκλεισε η γραμμή, ήταν, νομικά, υποχρεωμένοι, (το γνώριζα), υπό όρους, εφ’ όσον δεν είχαν προκύψει ενοχοποιητικά στοιχεία, να με αφήσουν ελεύθερο. Ωστόσο, επειδή – αυτεπαγγέλτως – θα ακολουθούσε δίκη, καλό ήταν να βρω καλό δικηγόρο, αν και ήδη είχα.
Επέστρεψα στο δωμάτιό μου. Στρίμωξα τα ρούχα στη βαλίτσα. Τσαλακωμένα έπιαναν τον ίδιο χώρο όπως κι ατσαλάκωτα.
Όμως ούτε στην Αθήνα ήταν εύκολο να κοιμηθώ.

Advertisements