ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΟΥΝΕΝΗ*

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ, Η ασθένεια της πεταλούδας, μυθιστόρημα, εκδόσεις Άγκυρα, σελ. 381

Ένας γηραιός συλλέκτης ήχων -πρώην επιτυχημένος πολιτικός μηχανικός-, τέσσερις γυναίκες που αναζητούν αδύναμα και χωρίς προσανατολισμό κάποιο νόημα στη ζωή τους, τρεις νέοι άνδρες που επιδίδονται μανιωδώς στο ερωτικό κυνήγι κι ένας συγγραφέας που εκβιάζει παντοιοτρόπως την επιτυχία είναι οι ήρωες του τέταρτου μυθιστορήματος του Γιάννη Παπαγιάννη, με θέμα του τις ρευστές και/ή ακυρωμένες προσωπικές ταυτότητες.

Με υπαρξιακή-ψυχολογική στόχευση και στοιχεία αστυνομικής πλοκής, το βιβλίο μάς παρουσιάζει τις αρχικώς παράλληλες και εν τέλει διασταυρούμενες ιστορίες αυτών των ανθρώπων, «παίζοντας» μέσα από μεταφορικές παρεκβάσεις με τη δυνατότητα –και κυρίως την πιθανότητα αδυναμίας- της πεταλούδας να ολοκληρώσει τα στάδια της εξέλιξής της, να μπορέσει τελικά να ανοίξει τα φτερά της, αφήνοντας πίσω της τη μεταβατική μορφή της κάμπιας.

Στην εξέλιξη της πλοκής παρακολουθούμε μάταιες και χωρίς προσανατολισμό υπαρξιακές αναζητήσεις, «φραγμένες» επικοινωνίες, ερωτικά παιχνίδια με βίαιη κατάληξη, εναγώνιες προσπάθειες αυτοεπιβεβαίωσης που οδηγούν σε νέα αδιέξοδα, βουβές ή εκρηκτικές αντιπαραθέσεις που, αντί να διευρύνουν, κάνουν περισσότερο ασφυκτικά τα όρια των περίκλειστων κόσμων των ηρώων.

Εν τέλει, το φαρσικό στοιχείο, στην τραγικότερή του εκδοχή, είναι αυτό που θα ηγεμονεύσει. Οι επιστολές που περιλαμβάνονται σε ένα προς έκδοση λογοτεχνικό βιβλίο θα εκληφθούν ως πραγματικές και θα αποτελέσουν την αιτία για μια άγρια δολοφονία, που θα αποσυνθέσει οριστικά και με απρόσμενο τρόπο το ούτως ή άλλως προβληματικά αρμολογημένο ανθρώπινο παζλ. Στο κλείσιμο του βιβλίου, ο αναγνώστης θα «μπερδευτεί» με ιδιαιτέρως ενδιαφέροντα τρόπο, αναζητώντας την αλήθεια της λογοτεχνίας μέσα στην πραγματικότητα και της πραγματικότητας μέσα στη λογοτεχνία.

Εξαιρετικά δουλεμένο από την άποψη της μορφής και της γλώσσας το βιβλίο, καταφέρνει έναν αξιοσημείωτο άθλο: προσδίδει συναρπαστικό ενδιαφέρον στις περιπέτειες χαρακτήρων κάθε άλλο παρά συναρπαστικών. Επιτυχείς οι επιλογές του ενεστώτα χρόνου, και του «κοφτού» μικροπερίοδου λόγου (αντιπροσωπευτικού κατά περίπτωση της κοινωνικής-γλωσσικής ταυτότητας ενός εκάστου των ηρώων), που προσδίδουν στην αφήγηση την περιορισμένη πλην επαρκή αποστασιοποίηση που απαιτείται, προκειμένου να αποφευχθεί η πανταχού παρούσα πιθανότητα διολίσθησης στα μονοπάτια ενός δακρύβρεκτου λυρισμού. Οι χαρακτήρες είναι επαρκώς σμιλεμένοι και τα σπασίματα της χρονικής συνέχειας (η αρίθμηση των κεφαλαίων είναι ασυνεχής, αντίστοιχη των διαρκών «μπρος-πίσω» της αφήγησης) αρτιώνουν τον περίτεχνο και αρκούντως πειραματικό χαρακτήρα της αφήγησης. Η ρισκαδόρικη επιλογή του συγγραφέα να αναθέσει τη συγγραφή των επίμαχων -και ιδιαιτέρως παθιασμένων- γυναικείων επιστολών σε γυναίκα πεζογράφο -τη Τζούλια Γκανάσου- υπήρξε επιτυχής.

Διακρίνοντας ωστόσο μέσα στις σελίδες του βιβλίου την επαρκή κοινωνικοποίηση-πολιτικοποίηση του Παπαγιάννη αλλά και την ικανότητά του να παρουσιάζει γοητευτικά και με επάρκεια το ιστορικοκοινωνικό πλαίσιο μιας εποχής (σε ελάχιστες δυστυχώς σελίδες του πρώτου μέρους, αναφερόμενες στην προνασερική και νασερική Αίγυπτο), μένω με το παράπονο ότι ο συγγραφέας αιχμαλωτίστηκε στη συνέχεια από τις αορίστου τόπου και χρόνου ατομικές ταυτότητες των ηρώων του, στερώντας από το βιβλίο του το απαραίτητο κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο.

Ας είναι. Παρά την προαναφερθείσα έλλειψη, γεγονός είναι ότι ο Παπαγιάννης μας παραδίδει ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα και αξιοπρόσεκτα μυθιστορήματα της χρονιάς, αποδεικνύοντας πως διαθέτει ένα ιδιαίτερο, και ήδη ώριμο, συγγραφικό ταλέντο.

Advertisements

Η τρομοκρατία των ανθρώπινων σχέσεων

Ενα αλληγορικό μυθιστόρημα για τις μεταμορφώσεις του καθενός μας μέσα από την «Ασθένεια της πεταλούδας» και τους νόμους των εντόμων υπογράφει ο συγγραφέας Γιάννης Παπαγιάννης «E» 5/9

«Είσαι μια μαριονέτα, μέσα στα χέρια όμως του απείρου, που ίσως είναι τα χέρια σου». Είναι το μότο-κλειδί που ανοίγει ένα κεφάλαιο, και μέχρι το τέλος του εντέχνως ο Γιάννης Παπαγιάννης εγκιβωτίζει, επίσης, φράσεις-κλειδιά: «Πίστευες πως γκρεμίζοντας εκείνο που χωρίζει, ενώνεις. Και το γκρέμισες εκείνο που χωρίζει. Και τα γκρέμισες όλα. Γιατί δεν υπάρχει τίποτα χωρίς εκείνο που χωρίζει». «Ο άνθρωπος τα κρίνει όλα από την παρούσα στιγμή. Και δεν καταλαβαίνει ότι κρίνει μόνο μια στιγμή: την παρούσα  στιγμή

Φράκταλ
Χρησιμοποιώντας ως ιντερμέδια ιστορίες και… εθιμικό δίκαιο που συναντούμε στα… κολλεόπτερα, μας εισάγει παραβολικά και αλληγορικά στις μεταμορφώσεις του ενός ή του μηδενός, στην εσαεί μεταμόρφωση του καθενός μας. Επιλέγοντας για τίτλο του πολύ σοφά «Η ασθένεια της πεταλούδας» και μιλώντας για κάμπιες και πεταλούδες, πάλι για τις ανθρώπινες σχέσεις και τα μπερδεμένα μας μιλά.

Κλείνοντας το μάτι, τρόπον τινά, στην κουντερική ειρωνεία, (οι «γελοίοι έρωτες» τόσο παρόντες!) και παραπέμποντάς μας σε εκείνες τις αλληγορικά υπέροχες νουβέλες του Ταμπούκι για την τρομοκρατία «Τρεις ασήμαντες ιστορίες χωρίς συμπέρασμα», ο Γιάννης Παπαγιάννης για την τρομοκρατία των ανθρωπίνων σχέσεων μας μιλά. Ναι, η κόλασή μου είναι οι άλλοι, όπως είπε ο Σαρτρ, αλλά και ο παραπλανητικά ασθενικός κι άβουλος εαυτός μου. Προκαλώντας, όμως, ως άλλη πεταλούδα… φράκταλ!

Ξεκινώντας λοιπόν έμπλεος ειρωνείας και παραβολικής διάθεσης ο συγγραφέας αποδεικνύει ότι το εν λόγω… φράκταλ, ήτοι ο συναγερμός στην ανθρώπινη επικοινωνία έχει τη βάση στη χωρητικότητα του εντέρου, αποτελεί ζήτημα του… κώλου, τελικά.

Οι ήρωες, ο συγγραφέας θύμα και θύτης, παίχτης και πιόνι, που το παίζει θεός, ένας αυταρχικός συλλέκτης ήχων που θα αποτελέσει το άνθος του… κακού, μια επίδοξη συγγραφέας που εμπλέκεται σε επικίνδυνες σχέσεις προκειμένου να μην παραμείνει μόνη, μια Αντιγόνη, μια Ελένη και μια Ντίνα που ασφυκτιά, ένας Μανώλης, ένας Παύλος κι ένας Ανδρέας που χρησιμοποιεί και χρησιμοποιείται, αποτελούν το παζλ της καθημερινής μας ψευδαίσθησης και μοναξιάς.

Ο Γιώργος, που μπερδεύει την ιστορία του με τη ζωή και γράφει, γιατί άλλο; Για την «Ασθένεια της Πεταλούδας»:

«Η βασική ιδέα του μυθιστορήματος είναι η μεταμόρφωση. Η αλλαγή. Χρησιμοποίησα το ευτελέστερο αλλά και διαφανέστερο σύμβολο: το έντομο που γεννιέται σκουλήκι, αλλά εξελίσσεται σε ένα από τα εντυπωσιακότερα είδη του μικρόκοσμου». Για να διαπιστώσει και στη ζωή αλλά και στο χαρτί, ότι «Εκτός από τα υγιή, φυσιολογικά έντομα, υπάρχουν και τα άρρωστα. Αυτά που, για διαφόρους λόγους, δεν κατορθώνουν να γίνουν πεταλούδες και πεθαίνουν κλεισμένα στο κουκούλι τους. Αυτά που δεν μπορούν να επικοινωνήσουν με τον εξωτερικό κόσμο και χάνονται». Ακριβώς όπως ο Γιώργος που τα ισχυρίζεται όλα αυτά, κι ενώ ονειρεύεται ως συγγραφέας να γίνει πεταλούδα, εγκλωβίζεται στο ίδιο του το κουκούλι.

Ή μήπως και δεν εγκλωβίζεται;

Ενα αριστουργηματικό παιχνίδι με τα κεφάλαια – το βιβλίο διαβάζεται και αγραμμικά – επιτρέπει στον αναγνώστη να γίνει συνδημιουργός. Και φυσικά στο βιβλίο να γίνει για τον καθένα μας, ένα άλλο βιβλίο.

Κι όμως είναι μια ιστορία σχέσεων σε πρώτο επίπεδο «Η ασθένεια της πεταλούδας», τελικά: Για τη ζωή που δεν ζήσαμε, για την πεταλούδα που δεν επιτρέψαμε ποτέ από την κάμπια του χαρακτήρα μας να γεννηθεί:

«Για να μπορέσει να προσαρμοστεί στο ρυθμό ανάπτυξής της, η κάμπια είναι υποχρεωμένη ν’ αλλάξει δέρμα αρκετές φορές. Υπάρχουν είδη που τέτοια αλλαγή συμβαίνει μόνο 3 φορές κατά τη διάρκεια της ζωής τους. Σε άλλα είδη, οι αλλαγές αυτές φτάνουν τις 15… Η τελευταία αλλαγή δέρματος είναι πραγματικά εντυπωσιακή. Το καινούργιο δέρμα δεν είναι δέρμα κάμπιας αλλά χρυσαλλίδας. Στην πραγματικότητα, τα δερματικά κελιά μιας πεταλούδας είναι τριμορφικά. παρότι έχουν τόσο διαφορετική υφή, η κάμπια, η χρυσαλλίδα και η πεταλούδα έχουν τις ίδιες δερματικές μονάδες!». Eτσι ή αλλιώς, όμως, από τον ίδιο ιστό «όλα τα δερματικά μας κελιά», ο συγγραφέας μας παρηγορεί. Φροντίζοντας να πει τα πιο φονικά και δύσκολα με απίστευτη ειρωνεία και αυτοσαρκασμό. Κατορθώνοντας να μιλά για την ανθρώπινη ψυχή με τους νόμους των εντόμων, να γίνεται ο ίδιος ο συγγραφέας και ήρωας, το πείραμα και το πειραματόζωο, όντας ταυτοχρόνως και ο ερευνητής.

ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ

Τι σχέση έχει η ανθρώπινη επικοινωνία με έναν φόνο; Πόσο μακριά μπορεί να οδηγήσει ο έρωτας; Ένα πιστόλι ζει σε συρτάρι. Ποιος το έκλεψε; Ποιος πυροβόλησε; Είναι πραγματικός ο θάνατος; Ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα που με χιούμορ και συναίσθημα οδηγεί τον αναγνώστη να βρει τις δικές του διεξόδους. 
 
 
 
 

 

Ένας συγγραφέας που συνθέτει το βιβλίο στο οποίο πρωταγωνιστεί.

Ένα πιστόλι που ζει σε συρτάρι.

Ένας αυταρχικός συλλέκτης ήχων. Μια θλιμμένη γερόντισσα. Μια προβληματική κόρη.

Άραγε, πόσο μακριά μπορεί να φτάσει ο έρωτας; Τι θα συμβεί όταν τέσσερις άνθρωποι έχουν χάσει την επικοινωνία τους, τόσο που κι οι λέξεις έχουν χάσει το νόημά τους; Όταν μια γυναίκα ανακαλύψει ότι ο σύζυγος έχει εξωσυζυγική σχέση; Και, ακόμη περισσότερο, όταν πάθος και συμφέροντα ενδέχεται να οδηγήσουν ακόμη και στον φόνο; Πώς θα αντιμετωπίσουν την κρίση όσοι μπορούν ακόμη να μιλήσουν; Ποιος θα κερδίσει και ποιος θα χάσει; Ποιος θα σκοτώσει; Άραγε, θα πεθάνει κανείς;

Εννέα πρόσωπα σε μια παράξενη, εφιαλτική αλλά όχι αδιέξοδη ιστορία.

Άνθρωποι που χάνουν το παιχνίδι και άνθρωποι που χτίζουν νέους κανόνες.

Μυθιστόρημα ψυχολογικό, αστυνομικό, υπαρξιακό ή ίσως και τα τρία μαζί.

Ο αναγνώστης πονάει, λυπάται αλλά και χαίρεται βρίσκοντας τις δικές του διεξόδους μαζί με τους ήρωες του βιβλίου.

   Αστείο αλλά και τραγικό.  Εκπλήσσει, αλλά και ανακουφίζει. Παίζει με τον χρόνο, δημιουργεί ερωτήματα, ανατρέπει. Πραγματεύεται την ανθρώπινη επικοινωνία μέσα από ένα λεπτό αστυνομικό τέχνασμα κι αποδεικνύει ότι το μυθιστόρημα δεν έχει ιδιοκτήτη, αλλά κάθε αναγνώστης είναι ιδιοκτήτης. 

  

Η ζωή, ως γνωστόν, είναι γεμάτη εκπλήξεις. Με έκπληξη λοιπόν διαπίστωσα, όταν κοίταξα τις στατιστικές του blog, ότι το κομμάτι που περισσότερο διαβάζεται είναι το μικρό διήγημα που πρώτο, πειραματικά καταχώρησα, με τίτλο: ο άνθρωπος με τα προβλήματα. Διευκρινιστικά αναφέρω ότι: είναι μέρος μιας σειράς μικρών διηγημάτων με τίτλο «άνθρωποι πραγματικοί κι ανύπαρκτοι». Αναφέρεται, όπως ο τίτλος δηλώνει, σε ανθρώπους που υπάρχουν ή υπήρξαν ή δεν υπήρξαν ποτέ. Είναι η τελευταία (κι ακαταστάλακτη) δουλειά μου. Μπαίνω στον πειρασμό να postάρω (η λέξη ανύπαρκτη κι αδόκιμη) δύο ακόμη μικρά κι αδούλευτα κομμάτια. Είμαι περίεργος να δω την ανταπόκριση του (υποθετικού) αναγνώστη.

 

 

Ο άνθρωπος που διάβασε μια λευκή σελίδα.

 

Ο Χούλιο Κορτάσαρ αναφέρει έναν άνθρωπο, τουρίστα σε ένα χωριό στη Σκωτία, που αγόρασε ένα βιβλίο, (πουλάγανε, σε αυτό το χωριό, πολλά τέτοια βιβλία), στο οποίο υπήρχε μία λευκή σελίδα τυχαία βαλμένη σε κάποιο σημείο του τόμου. Ο αναγνώστης πήρε το βιβλίο και το άνοιξε ακριβώς επάνω στη λευκή σελίδα και, για λίγα δευτερόλεπτα, από συνήθεια ίσως, προσπάθησε να την διαβάσει, παρ’ ότι το κενό, σύμφωνα με την τρέχουσα λογική, δεν διαβάζεται. Ακριβώς όμως επειδή η σελίδα δεν περιείχε τίποτα κι επειδή ο χρόνος που απαιτείται για να διαβαστεί το τίποτα είναι μηδέν, ο αναγνώστης την διάβασε. Λίγο αργότερα, όταν το ρολόι χτύπησε τρεις το απόγευμα, ο άνθρωπος πέθανε, γιατί όποιος διάβαζε τη λευκή σελίδα, πέθαινε στις τρεις το απόγευμα.

 

 

ΜΟΝΑΧΙΚΟΣ

 

Ήταν κάποτε ένας άνθρωπος που, επειδή δεν μπορούσε να περάσει μόνος του μια νύχτα, πέρασε μόνος μια ολόκληρη ζωή.

 

Ο άνθρωπος που δεν γνώριζε πώς ήταν.

 

Υπήρχε ένας άνθρωπος που δεν ήξερε τίποτα, ούτε πώς ήταν η φάτσα του, γιατί το πρόσωπό του στον καθρέπτη φαινόταν διαφορετικό απ’ ό,τι το έβλεπαν οι άλλοι στην πραγματικότητα κι επίσης οι φωτογραφίες αλλοίωναν, τις κοιτούσε και του φαινόταν ότι, σε κάθε χάρτινη απεικόνιση υπήρχε ένας διαφορετικός άνθρωπος και αισθανόταν ως περίεργο, ίσως μάλιστα εφιαλτικό, το γεγονός ότι όλοι οι άλλοι μπορούσαν να τον δουν και μονάχα αυτός δεν μπορούσε να δει τον εαυτό του. Έπειτα όμως κατάλαβε ότι ούτε οι άλλοι μπορούσαν να τον δουν, διότι κάθε ένας είχε μια δικιά του εικόνα και μια δικιά του ερμηνεία για εκείνο που έβλεπε κι έτσι υποχρεώθηκε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι κανένας δεν μπορούσε να τον δει έτσι ακριβώς όπως ήταν, επομένως, αυτό που ήταν, στην πραγματικότητα δεν υπήρχε.

2. Τρίτη, 20:30. Το δωμάτιο και ο Υπολογιστής.

 

 

Η Μαρία θυμάται.

Το πρώτο δώρο που της (ε)χάρισαν, μικρή ακόμη, προτού μπει σε αίθουσα σχολείου, μία, (ακριβή για τα εποχιακά οικονομικά δεδομένα), όμορφη, (ίσως και σπάνια) κούκλα με πάνινο, μαλακό σώμα, ντυμένη, όχι (ως είθισται) με μωρουδιακά, αλλά με μικροσκοπικό ταγέρ και λευκό πουκάμισο και παπούτσια με τακούνι, όπως κυρία, όπως (για παράδειγμα) η μητέρα της Μαρίας. Οκτώμιση, βράδυ, (έξω έχει από ώρα νυχτώσει, σε τούτην την εποχή του χρόνου όπου το Φθινόπωρο, καθώς πλησιάζει το τέλος του, αγγίζει με δάκτυλα τον Χειμώνα και ως δημιουργός δημιουργεί μεγάλες νύχτες με μέτριο ή πάντως (όχι ακόμα) ανυπόφορο κρύο), καθισμένη στο γραφείο, στο δωμάτιό της, (λάμπα σβηστή, όμως η οθόνη του ηλεκτρονικού υπολογιστή ρίχνει, σαν κεράκια χριστουγεννιάτικου δένδρου, αχνά χρώματα τριγύρω), θυμάται τη μυστηριακή, εορταστική αίσθηση, να περιμένει δώρο κάτω από ένα νεκρό έλατο φορτωμένο με μπάλες, που επρόκειτο να κομίσει ένας ασπρογέννης, καβαλάρης και πολύ γρήγορος άγιος. Θυμάται, επειδή μοιάζει η προσμονή που (τότε) ένιωθε, με τον ιδιαίτερο τύπο της ελπίδας των χαρτοπαικτών ή παικτών ρουλέτας που μπορεί αυτή τη στιγμή να βρει κανείς μέσα στα μάτια της, έκφραση ανθρώπου που, από κάτι εύκολο, ευτελές, προσδοκεί λύση προβλημάτων και μέσα από μάγια αναμένει μαγιά μιας καλύτερης ζωής. Ωστόσο αισθάνεται, (κι αυτό είναι το χειρότερο), ότι, όπως τότε,

θυμάται η Μαρία

που το πρώτο της δώρο, η κούκλα, ελάχιστα (για να μην πει καθόλου) τη χαροποίησε, αφού, άλλωστε, δεν ήταν δώρο, αλλά σύμβολο, εντολή ρητή και, όσο το δυνατόν, καθαρή, που (άλλωστε) με τον πλέον απόλυτο τρόπο υλοποιήθηκε, αφού το μικρό κορίτσι, φροντίζοντας το παιχνίδι, έμαθε να φροντίζει τους μεγάλους ανθρώπους, ιδιαίτερα τις γυναίκες, ιδιαίτερα τη μητέρα της, έτσι και τώρα: ακόμη και οι λέξεις που αυτή τη στιγμή πληκτρολογούν τα δάκτυλά της, η μόνη όαση στη θλίψη που βαραίνει μονότονα τη ζωή της, τα χωρίς ήχο λόγια που αποτελούν, εδώ και καιρό, το αγχολυτικό, το φάρμακό της, δεν είναι εντελώς αληθινά. Όμως εξακολουθεί, κάθε βράδυ, να ανοίγει τον ηλεκτρονικό υπολογιστή και να συνεχίζει αυτή την μπερδεμένη ιστορία όπου, εδώ και μήνες, έχει εμπλακεί.

Είναι δύσκολο να φανταστεί τη ζωή της χωρίς αυτήν. Είναι δύσκολο να προγνώσει με ποιόν τρόπο πρόκειται να τελειώσει.


87. Παρασκευή, 09:30. Επίσκεψη.

 

 

Η πόρτα χτυπάει μέσα στο κεφάλι της μητέρας της Μαρίας μέσα στα αυτιά της ηλίθια μελωδία κώδωνος αιωρείται ανυπόμονοι κρούουν την πόρτα με παλάμες ή ίσως γροθιές ή τέτοια εικόνα σχηματίζει ο εφιάλτης της αϋπνίας της χουφτώνει το μεταλλικό πόμολο κι ανοίγει. Μέσα από κόκκινα μάτια πλαισιωμένα από τσαλακωμένο δέρμα και ξέπλεκα ξεχτένιστα μαλλιά βλέπει στο κατώφλι του σπιτιού της (μάλλον το περίμενε) δύο αστυνομικούς. Ο πρώτος (εύκολα καταλαβαίνει, τα ραμμένα στο πέτο διακριτικά αποδεικνύουν) μεσήλικας βαθμοφόρος. Ο δεύτερος, νεαρός ανίκανος να επιδείξει έστω μία σαρδέλα.

«Η κόρη μου δεν είναι σπίτι» λέει αυθόρμητα η μητέρα της Μαρίας. Τρίβει τα πρησμένα μάτια της. «Ποιόν ζητάτε»;

«Την κόρη σας».

«Δεν είναι εδώ».

«Φυσικά δεν είναι», λέει ο βαθμοφόρος.

«Δεν θα μπορούσε, βεβαίως, να είναι», συμπληρώνει ο νέος με σιγανό κάπως αμήχανο αν όχι απολογητικό ή πένθιμο ύφος.

«Ήρθαμε να ρωτήσουμε εσάς μερικά πράγματα».

«Τυπικώς, βεβαίως».

Δρασκελούν χωρίς να ζητήσουν άδεια το κατώφλι.

«Μέχρι το ξημέρωμα συνεχίστηκε η ανάκριση», λέει ο γεροντότερος, καθώς κοιτάζει παρατηρητικά γύρω. «Η υπόθεση μοιάζει να έχει ξεκαθαρίσει. Αλλά δεν ήθελα να κλείσω το φάκελο πριν μιλήσω λίγο και μ’ εσάς».

«Για τυπικούς λόγους βεβαίως», συμπληρώνει ο χαμηλόβαθμος.  

Ήταν, (μία φορά (κι έναν καιρό)), κάποιος άνθρωπος που δεν κατόρθωνε να ζήσει ευτυχισμένα την ζωή του, η οποία, (το ήξερε), ήταν σύντομη, γιατί είχε πολλά προβλήματα ή μπορεί κι ένα μόνο, προσπαθούσε φυσικά να επι-λύσει, όμως ακριβώς (ίσως) αυτή η προσπάθεια τον έκανε δυστυχισμένο.

Έπειτα μεγάλωσε κι έπαψε να προσπαθεί, διότι κατάλαβε ότι, εγγενής ιδιότητα της πραγματικότητας που ο ίδιος όριζε ως πρόβλημα, ήταν ότι δεν είχε λύση, ότι, με λίγα λόγια, κανένα πρόβλημα δεν είχε λύση.  

Ύστερα μεγάλωσε κι άλλο και κατάλαβε ότι κανένα πρόβλημα δεν έχει λύση επειδή δεν υπάρχει πρόβλημα. 

Κι ύστερα, πέθανε.