Φεβρουαρίου 2009


Η ζωή, ως γνωστόν, είναι γεμάτη εκπλήξεις. Με έκπληξη λοιπόν διαπίστωσα, όταν κοίταξα τις στατιστικές του blog, ότι το κομμάτι που περισσότερο διαβάζεται είναι το μικρό διήγημα που πρώτο, πειραματικά καταχώρησα, με τίτλο: ο άνθρωπος με τα προβλήματα. Διευκρινιστικά αναφέρω ότι: είναι μέρος μιας σειράς μικρών διηγημάτων με τίτλο «άνθρωποι πραγματικοί κι ανύπαρκτοι». Αναφέρεται, όπως ο τίτλος δηλώνει, σε ανθρώπους που υπάρχουν ή υπήρξαν ή δεν υπήρξαν ποτέ. Είναι η τελευταία (κι ακαταστάλακτη) δουλειά μου. Μπαίνω στον πειρασμό να postάρω (η λέξη ανύπαρκτη κι αδόκιμη) δύο ακόμη μικρά κι αδούλευτα κομμάτια. Είμαι περίεργος να δω την ανταπόκριση του (υποθετικού) αναγνώστη.

 

 

Ο άνθρωπος που διάβασε μια λευκή σελίδα.

 

Ο Χούλιο Κορτάσαρ αναφέρει έναν άνθρωπο, τουρίστα σε ένα χωριό στη Σκωτία, που αγόρασε ένα βιβλίο, (πουλάγανε, σε αυτό το χωριό, πολλά τέτοια βιβλία), στο οποίο υπήρχε μία λευκή σελίδα τυχαία βαλμένη σε κάποιο σημείο του τόμου. Ο αναγνώστης πήρε το βιβλίο και το άνοιξε ακριβώς επάνω στη λευκή σελίδα και, για λίγα δευτερόλεπτα, από συνήθεια ίσως, προσπάθησε να την διαβάσει, παρ’ ότι το κενό, σύμφωνα με την τρέχουσα λογική, δεν διαβάζεται. Ακριβώς όμως επειδή η σελίδα δεν περιείχε τίποτα κι επειδή ο χρόνος που απαιτείται για να διαβαστεί το τίποτα είναι μηδέν, ο αναγνώστης την διάβασε. Λίγο αργότερα, όταν το ρολόι χτύπησε τρεις το απόγευμα, ο άνθρωπος πέθανε, γιατί όποιος διάβαζε τη λευκή σελίδα, πέθαινε στις τρεις το απόγευμα.

 

 

ΜΟΝΑΧΙΚΟΣ

 

Ήταν κάποτε ένας άνθρωπος που, επειδή δεν μπορούσε να περάσει μόνος του μια νύχτα, πέρασε μόνος μια ολόκληρη ζωή.

 

Ο άνθρωπος που δεν γνώριζε πώς ήταν.

 

Υπήρχε ένας άνθρωπος που δεν ήξερε τίποτα, ούτε πώς ήταν η φάτσα του, γιατί το πρόσωπό του στον καθρέπτη φαινόταν διαφορετικό απ’ ό,τι το έβλεπαν οι άλλοι στην πραγματικότητα κι επίσης οι φωτογραφίες αλλοίωναν, τις κοιτούσε και του φαινόταν ότι, σε κάθε χάρτινη απεικόνιση υπήρχε ένας διαφορετικός άνθρωπος και αισθανόταν ως περίεργο, ίσως μάλιστα εφιαλτικό, το γεγονός ότι όλοι οι άλλοι μπορούσαν να τον δουν και μονάχα αυτός δεν μπορούσε να δει τον εαυτό του. Έπειτα όμως κατάλαβε ότι ούτε οι άλλοι μπορούσαν να τον δουν, διότι κάθε ένας είχε μια δικιά του εικόνα και μια δικιά του ερμηνεία για εκείνο που έβλεπε κι έτσι υποχρεώθηκε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι κανένας δεν μπορούσε να τον δει έτσι ακριβώς όπως ήταν, επομένως, αυτό που ήταν, στην πραγματικότητα δεν υπήρχε.

Advertisements

2. Τρίτη, 20:30. Το δωμάτιο και ο Υπολογιστής.

 

 

Η Μαρία θυμάται.

Το πρώτο δώρο που της (ε)χάρισαν, μικρή ακόμη, προτού μπει σε αίθουσα σχολείου, μία, (ακριβή για τα εποχιακά οικονομικά δεδομένα), όμορφη, (ίσως και σπάνια) κούκλα με πάνινο, μαλακό σώμα, ντυμένη, όχι (ως είθισται) με μωρουδιακά, αλλά με μικροσκοπικό ταγέρ και λευκό πουκάμισο και παπούτσια με τακούνι, όπως κυρία, όπως (για παράδειγμα) η μητέρα της Μαρίας. Οκτώμιση, βράδυ, (έξω έχει από ώρα νυχτώσει, σε τούτην την εποχή του χρόνου όπου το Φθινόπωρο, καθώς πλησιάζει το τέλος του, αγγίζει με δάκτυλα τον Χειμώνα και ως δημιουργός δημιουργεί μεγάλες νύχτες με μέτριο ή πάντως (όχι ακόμα) ανυπόφορο κρύο), καθισμένη στο γραφείο, στο δωμάτιό της, (λάμπα σβηστή, όμως η οθόνη του ηλεκτρονικού υπολογιστή ρίχνει, σαν κεράκια χριστουγεννιάτικου δένδρου, αχνά χρώματα τριγύρω), θυμάται τη μυστηριακή, εορταστική αίσθηση, να περιμένει δώρο κάτω από ένα νεκρό έλατο φορτωμένο με μπάλες, που επρόκειτο να κομίσει ένας ασπρογέννης, καβαλάρης και πολύ γρήγορος άγιος. Θυμάται, επειδή μοιάζει η προσμονή που (τότε) ένιωθε, με τον ιδιαίτερο τύπο της ελπίδας των χαρτοπαικτών ή παικτών ρουλέτας που μπορεί αυτή τη στιγμή να βρει κανείς μέσα στα μάτια της, έκφραση ανθρώπου που, από κάτι εύκολο, ευτελές, προσδοκεί λύση προβλημάτων και μέσα από μάγια αναμένει μαγιά μιας καλύτερης ζωής. Ωστόσο αισθάνεται, (κι αυτό είναι το χειρότερο), ότι, όπως τότε,

θυμάται η Μαρία

που το πρώτο της δώρο, η κούκλα, ελάχιστα (για να μην πει καθόλου) τη χαροποίησε, αφού, άλλωστε, δεν ήταν δώρο, αλλά σύμβολο, εντολή ρητή και, όσο το δυνατόν, καθαρή, που (άλλωστε) με τον πλέον απόλυτο τρόπο υλοποιήθηκε, αφού το μικρό κορίτσι, φροντίζοντας το παιχνίδι, έμαθε να φροντίζει τους μεγάλους ανθρώπους, ιδιαίτερα τις γυναίκες, ιδιαίτερα τη μητέρα της, έτσι και τώρα: ακόμη και οι λέξεις που αυτή τη στιγμή πληκτρολογούν τα δάκτυλά της, η μόνη όαση στη θλίψη που βαραίνει μονότονα τη ζωή της, τα χωρίς ήχο λόγια που αποτελούν, εδώ και καιρό, το αγχολυτικό, το φάρμακό της, δεν είναι εντελώς αληθινά. Όμως εξακολουθεί, κάθε βράδυ, να ανοίγει τον ηλεκτρονικό υπολογιστή και να συνεχίζει αυτή την μπερδεμένη ιστορία όπου, εδώ και μήνες, έχει εμπλακεί.

Είναι δύσκολο να φανταστεί τη ζωή της χωρίς αυτήν. Είναι δύσκολο να προγνώσει με ποιόν τρόπο πρόκειται να τελειώσει.


87. Παρασκευή, 09:30. Επίσκεψη.

 

 

Η πόρτα χτυπάει μέσα στο κεφάλι της μητέρας της Μαρίας μέσα στα αυτιά της ηλίθια μελωδία κώδωνος αιωρείται ανυπόμονοι κρούουν την πόρτα με παλάμες ή ίσως γροθιές ή τέτοια εικόνα σχηματίζει ο εφιάλτης της αϋπνίας της χουφτώνει το μεταλλικό πόμολο κι ανοίγει. Μέσα από κόκκινα μάτια πλαισιωμένα από τσαλακωμένο δέρμα και ξέπλεκα ξεχτένιστα μαλλιά βλέπει στο κατώφλι του σπιτιού της (μάλλον το περίμενε) δύο αστυνομικούς. Ο πρώτος (εύκολα καταλαβαίνει, τα ραμμένα στο πέτο διακριτικά αποδεικνύουν) μεσήλικας βαθμοφόρος. Ο δεύτερος, νεαρός ανίκανος να επιδείξει έστω μία σαρδέλα.

«Η κόρη μου δεν είναι σπίτι» λέει αυθόρμητα η μητέρα της Μαρίας. Τρίβει τα πρησμένα μάτια της. «Ποιόν ζητάτε»;

«Την κόρη σας».

«Δεν είναι εδώ».

«Φυσικά δεν είναι», λέει ο βαθμοφόρος.

«Δεν θα μπορούσε, βεβαίως, να είναι», συμπληρώνει ο νέος με σιγανό κάπως αμήχανο αν όχι απολογητικό ή πένθιμο ύφος.

«Ήρθαμε να ρωτήσουμε εσάς μερικά πράγματα».

«Τυπικώς, βεβαίως».

Δρασκελούν χωρίς να ζητήσουν άδεια το κατώφλι.

«Μέχρι το ξημέρωμα συνεχίστηκε η ανάκριση», λέει ο γεροντότερος, καθώς κοιτάζει παρατηρητικά γύρω. «Η υπόθεση μοιάζει να έχει ξεκαθαρίσει. Αλλά δεν ήθελα να κλείσω το φάκελο πριν μιλήσω λίγο και μ’ εσάς».

«Για τυπικούς λόγους βεβαίως», συμπληρώνει ο χαμηλόβαθμος.